χρεωκοπία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χρεωκοπία < ελληνιστική κοινή
[
]
Ουσιαστικό
χρεωκοπία και χρεοκοπία θηλυκό
- η αδυναμία κάποιου να πληρώσει τα χρέη του
- (μεταφορικά) η πλήρης αποτυχία
- η χρεωκοπία του πολιτικού συστήματος
[
]
Μεταφράσεις
χρεωκοπία