χρησιμοποιημένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χρησιμοποιημένος < χρησιμοποιώ
[
]
Μετοχή
χρησιμοποιημένος, -η, -ο
- που έχει χρησιμοποιηθεί
- (κατ' επέκταση) που έχει φθαρεί