χρονιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- χρονιά < χρόνος
Ουσιαστικό
χρονιά θηλυκό
- το έτος
Συνώνυμα
Εκφράσεις
- τρώω της χρονιάς μου → βλέπε έκφραση: τρώω ξύλο
Μεταφράσεις
→ βλέπε λέξη: έτος