χρυσός

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Αρχαία λέξη.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

χρυσός αρσενικό

  1. ένα από τα απλά στοιχεία στη φύση. Σύμβολο: Au
  2. πολύτιμο μέταλλο, το χρυσάφι
  3. (συνεκδοχικά) το χρήμα, ο πλούτος
  4. (μεταφορικά) κάθε τι πολύτιμο
    Η σιωπή είναι χρυσός.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Open book 01.svg Επίθετο

Πτώση Ενικός
Ονομαστική χρυσός χρυσή χρυσό
Γενική χρυσού χρυσής χρυσού
Αιτιατική χρυσό χρυσή χρυσό
Κλητική χρυσέ χρυσή χρυσό
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική χρυσοί χρυσές χρυσά
Γενική χρυσών χρυσών χρυσών
Αιτιατική χρυσούς χρυσές χρυσά
Κλητική χρυσοί χρυσές χρυσά

χρυσός

  1. που είναι κατασκευασμένος από χρυσό
  2. που έχει το χρώμα του χρυσού, χρυσαφένιος
  3. (μεταφορικά) καλός, ευγενικός
    χρυσός άνθρωπος, χρυσή καρδιά
  4. (μεταφορικά) πολύτιμος
    χρυσή ευκαιρία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις