χρυσός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρυσός < αρχαία ελληνική χρυσός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρυσός αρσενικό

  1. πολύτιμο μέταλλο, το χρυσάφι
  2. (χημεία) ένα από τα απλά στοιχεία στη φύση. Σύμβολο: Au
  3. (συνεκδοχικά) το χρήμα, ο πλούτος
  4. (μεταφορικά) κάθε τι πολύτιμο
    Η σιωπή είναι χρυσός.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χρυσός χρυσή χρυσό
γενική χρυσού χρυσής χρυσού
αιτιατική χρυσό χρυσή χρυσό
κλητική χρυσέ χρυσή χρυσό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρυσοί χρυσές χρυσά
γενική χρυσών χρυσών χρυσών
αιτιατική χρυσούς χρυσές χρυσά
κλητική χρυσοί χρυσές χρυσά

χρυσός

  1. που είναι κατασκευασμένος από χρυσό
  2. που έχει το χρώμα του χρυσού, χρυσαφένιος
  3. (μεταφορικά) καλός, ευγενικός
    χρυσός άνθρωπος, χρυσή καρδιά
  4. (μεταφορικά) πολύτιμος
    χρυσή ευκαιρία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρυσός< ίσως από σημιτική γλώσσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρυσός αρσενικό

  1. χρυσός, μάλαμα, χρυσάφι
  2. σκεύος ή αντικείμενο από χρυσάφι
    χρυσός άπεφθος: ο χωνευμένος, καθαρός χρυσός
  3. χρυσός άπυρος: ο αχώνευτος χρυσός
  4. λευκός χρυσός: ο αναμεμιγμένος με άργυρο
  5. χρύσεια μέταλλα: μεταλλεία χρυσού



Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]