χρωματικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- χρωματικός < ελληνιστική κοινή χρωματικός < χρῶμα
Επίθετο [
]
χρωματικός
- ο σχετικός με το χρώμα
- (μουσική) χρωματική κλίμακα: η κλίμακα της οποίας οι βαθμίδες έχουν μεταξύ τους διαφορά ενός ημιτονίου
- έπαιξε στο πιάνο μια χρωματική κλίμακα χρησιμοποιώντας όλα τα άσπρα και μαύρα πλήκτρα