|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
χτυπήσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
χτυπώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
χτυπώ, χτυπάω |
χτυπάς |
χτυπά, χτυπάει |
χτυπούμε, χτυπάμε |
χτυπάτε |
χτυπούν, χτυπάν(ε) |
| παρατατικός |
χτυπούσα |
χτυπούσες |
χτυπούσε |
χτυπούσαμε |
χτυπούσατε |
χτυπούσαν(ε) |
| αόριστος |
χτύπησα |
χτύπησες |
χτύπησε |
χτυπήσαμε |
χτυπήσατε |
χτύπησαν (χτυπήσανε) |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα χτυπώ, χτυπάω |
θα χτυπάς |
θα χτυπά, χτυπάει |
θα χτυπούμε, χτυπάμε |
θα χτυπάτε |
θα χτυπούν, χτυπάν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα χτυπήσω |
θα χτυπήσεις |
θα χτυπήσει |
θα χτυπήσουμε |
θα χτυπήσετε |
θα χτυπήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω χτυπήσει |
έχεις χτυπήσει |
έχει χτυπήσει |
έχουμε χτυπήσει |
έχετε χτυπήσει |
έχουν χτυπήσει |
| παρακείμενος β' |
έχω χτυπημένο |
έχεις χτυπημένο |
έχει χτυπημένο |
έχουμε χτυπημένο |
έχετε χτυπημένο |
έχουν χτυπημένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα χτυπήσει |
είχες χτυπήσει |
είχε χτυπήσει |
είχαμε χτυπήσει |
είχατε χτυπήσει |
είχαν χτυπήσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα χτυπημένο |
είχες χτυπημένο |
είχε χτυπημένο |
είχαμε χτυπημένο |
είχατε χτυπημένο |
είχαν χτυπημένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω χτυπήσει |
θα έχεις χτυπήσει |
θα έχει χτυπήσει |
θα έχουμε χτυπήσει |
θα έχετε χτυπήσει |
θα έχουν χτυπήσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω χτυπημένο |
θα έχεις χτυπημένο |
θα έχει χτυπημένο |
θα έχουμε χτυπημένο |
θα έχετε χτυπημένο |
θα έχουν χτυπημένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να χτυπώ, χτυπάω |
να χτυπάς |
να χτυπά, χτυπάει |
να χτυπούμε, χτυπάμε |
να χτυπάτε |
να χτυπούν, χτυπάν(ε) |
| αόριστος |
να χτυπήσω |
να χτυπήσεις |
να χτυπήσει |
να χτυπήσουμε |
να χτυπήσετε |
να χτυπήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω χτυπήσει |
να έχεις χτυπήσει |
να έχει χτυπήσει |
να έχουμε χτυπήσει |
να έχετε χτυπήσει |
να έχουν χτυπήσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω χτυπημένο |
να έχεις χτυπημένο |
να έχει χτυπημένο |
να έχουμε χτυπημένο |
να έχετε χτυπημένο |
να έχουν χτυπημένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
χτύπα |
|
|
χτυπάτε |
|
| αόριστος |
|
χτύπησε |
|
|
χτυπήστε |
|
|