χωματερή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χωματερή | χωματερές |
| γενική | χωματερής | χωματερών |
| αιτιατική | χωματερή | χωματερές |
| κλητική | χωματερή | χωματερές |
[
]
Ετυμολογία
- χωματερή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
χωματερή θηλυκό
- τόπος όπου ρίχνονται απορρίμματα και μετά καλύπτονται με χώμα, δέντρα κ.λπ. Προστατεύεται το κάτω μέρος του ώστε να μην μολύνονται τα υπόγεια νερά και είναι εφοδιασμένος με σωλήνες που επιτρέπουν την έξοδο του παραγόμενου αερίου.
[
]
Μεταφράσεις
χωματερή