χύσιμο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χύσιμο | χυσίματα |
| γενική | χυσίματος | χυσιμάτων |
| αιτιατική | χύσιμο | χυσίματα |
| κλητική | χύσιμο | χυσίματα |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
χύσιμο ουδέτερο
- η ενέργεια του χύνω
- η εκσπερμάτιση, ο οργασμός