χώμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χώμα | χώματα |
| γενική | χώματος | χωμάτων |
| αιτιατική | χώμα | χώματα |
| κλητική | χώμα | χώματα |
[
]
Ετυμολογία
- χώμα < αρχαία ελληνική χῶμα < ρήμα χώννυμι (χώνω)
[
]
Ουσιαστικό
χώμα ουδέτερο
- το λεπτόκοκκο στερεό υλικό που καλύπτει την επιφάνεια πλανητών
- η πιο απλή συνταγή για λάσπη είναι χώμα και νερό
- (συνεκδοχικά στον πληθυντικό) ποσότητα από χώμα
- γέμισε η αυλή χώματα
[
] Εκφράσεις
- είμαι χώμα: είμαι διαλυμένος από την κούραση ή το αλκοόλ
- στο χώμα: νεκρός
- τρώω χώμα: ηττώμαι
- το ξένο χώμα: η ξενιτιά
- πιάνει χρυσάφι και γίνεται χώμα: άνθρωπος που με ότι ασχοληθεί το καταστρέφει
- πιάνει χώμα και γίνεται χρυσάφι: άνθρωπος ικανός, άξιος