χώμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χώμα χώματα
γενική χώματος χωμάτων
αιτιατική χώμα χώματα
κλητική χώμα χώματα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χώμα < αρχαία ελληνική χῶμα < ρήμα χώννυμι (χώνω)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

χώμα ουδέτερο

  1. το λεπτόκοκκο στερεό υλικό που καλύπτει την επιφάνεια πλανητών
    η πιο απλή συνταγή για λάσπη είναι χώμα και νερό
  2. (συνεκδοχικά στον πληθυντικό) ποσότητα από χώμα
    γέμισε η αυλή χώματα

[] Εκφράσεις

  • είμαι χώμα: είμαι διαλυμένος από την κούραση ή το αλκοόλ
  • στο χώμα: νεκρός
  • τρώω χώμα: ηττώμαι
  • το ξένο χώμα: η ξενιτιά
  • πιάνει χρυσάφι και γίνεται χώμα: άνθρωπος που με ότι ασχοληθεί το καταστρέφει
  • πιάνει χώμα και γίνεται χρυσάφι: άνθρωπος ικανός, άξιος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες