χώρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χώρα | χώρες |
| Γενική | χώρας | χωρών |
| Αιτιατική | χώρα | χώρες |
| Κλητική | χώρα | χώρες |
Ετυμολογία
- χώρα < αρχαία ελληνική
Προφορά
Ουσιαστικό
χώρα θηλυκό
- (ιστορία) οι αγροτικές περιοχές μιας πόλης-κράτους, η ύπαιθρος, σε αντίθεση προς το άστυ
- τόπος που κατοικείται από ένα συγκεκριμένο λαό
- κράτος, κρατική οντότητα
- περιοχή του ανθρώπινου σώματος
- ηβική χώρα, κροταφική χώρα
Εκφράσεις
- λαμβάνει χώρα(ν): συμβαίνει
- η πείνα κάστρα καταλεί και χώρες παραδίδει : η στέρηση των αναγκαίων για τη ζωή οδηγεί όχι μόνο σε υλική ένδεια αλλά και σε ηθική κατάπτωση