ψάχνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ψάχνω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ψαύω
Ρήμα [
]
ψάχνω, παρατ.: έψαχνα, στιγμ. μέλλ.: θα ψάξω, αόρ.: έψαξα , παθ.φωνή: ψάχνομαι , μτχ.π.π.: ψαγμένος
- προσπαθώ να βρω κάτι ή κάποιον
- ερευνώ (π.χ. ένα χώρο) προσπαθώντας να βρω κάτι ή κάποιον
- έψαξε τις τσέπες του προσπαθώντας να βρει ανάμεσα στα κέρματα το κλειδί του
- τον έψαξαν στο αεροδρόμιο (του έκαναν σωματική έρευνα)