ψάχνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψάχνω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ψαύω

Open book 01.svg Ρήμα []

ψάχνω, παρατ.: έψαχνα, στιγμ. μέλλ.: θα ψάξω, αόρ.: έψαξα , παθ.φωνή: ψάχνομαι , μτχ.π.π.: ψαγμένος

  1. προσπαθώ να βρω κάτι ή κάποιον
    τον έψαχνα σε όλη τη γειτονιά
    ψάχνω να βρω στοιχεία στο διαδίκτυο για την εργασία μου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναζητώ, γυρεύω
  2. ερευνώ (π.χ. ένα χώρο) προσπαθώντας να βρω κάτι ή κάποιον
    έψαξε τις τσέπες του προσπαθώντας να βρει ανάμεσα στα κέρματα το κλειδί του
    τον έψαξαν στο αεροδρόμιο (του έκαναν σωματική έρευνα)

32πχ Μεταφράσεις []