ψάω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
ψάω < αβέβαιης ετυμολογίας, θέματα ψα- και ψη- και ψω-
Ρήμα [
]
ψάω-ψῶ
- αλέθω
- ξύνω
- σβήνω
- διαλύομαι, κονιορτοποιούμαι
-
- τοῦτ᾽ ἠφάνισται διάβορον πρὸς οὐδενὸς τῶν ἔνδον, ἀλλ᾽ ἐδεστὸν ἐξ αὑτοῦ φθίνει, καὶ ψῇ - αυτό εξαφανίστηκε, δεν το έφαγε κάτι μέσα από το σπίτι, αλλά κατάπιε τον εαυτό του και φθάρθηκε, κονιορτοποιήθηκε (σαν πριονίδι, όπως λέει παρακάτω)
-
- ψαύω, ψηλαφώ
[
]
- ψακάς (η ψιχάλα της βροχής και το ψίχουλο του ψωμιού)
- ψαλίς (η ψαλίδα και το ψαλίδι)
- ψαύω
- ψεκάζω
- ψῆγμα
- ψῆφος
- ψωλή
- ψωμός (το κομμάτι του ψωμιού)
- ψώρα
Σημειώσεις [
]
- το ρήμα ψάω και τα συγγενή του ψώω, ψέω, ψήω αναπτύχθηκαν παράλληλα (το ψώχω] μεταγενέστερο) και σήμαιναν τρίβω, κόβω σε τεμάχια, αλέθω, ξύνω, λειαίνω, ομαλύνω κονιορτοποιώ, διαλύομαι
- πάντα συνηρημένο, ψῶ, ψῇς, ψῇ, απαρέμφατο ψῆν, παρατατικός ἀπέψων (αλλά γ πρόσωπο απαντά ἀπέψη), μέλλων ψήσω, αόριστος ἔψησα, παθητ. αόριστος ἐψήθην και ἐψήσθην , παρακείμενος ἔψησμαι