ψάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψάω < αβέβαιης ετυμολογίας, συγγενές των ψαύω και ψαίω

Open book 01.svg Ρήμα[]

ψάω-ψῶ ( & ποιητικός τύπος ψώω)

  1. αλέθω
  2. ξύνω
  3. σβήνω
  4. διαλύομαι, κονιορτοποιούμαι
    • τοῦτ᾽ ἠφάνισται διάβορον πρὸς οὐδενὸς τῶν ἔνδον, ἀλλ᾽ ἐδεστὸν ἐξ αὑτοῦ φθίνει, καὶ ψῇ - αυτό εξαφανίστηκε, δεν το έφαγε κάτι μέσα από το σπίτι, αλλά κατάπιε τον εαυτό του και φθάρθηκε, κονιορτοποιήθηκε (σαν πριονίδι, όπως λέει παρακάτω)
  5. ψαύω, ψηλαφώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]