ψέμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψέμα ψέματα
γενική ψέματος ψεμάτων
αιτιατική ψέμα ψέματα
κλητική ψέμα ψέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψέμα < αρχαία ελληνική ψεῦσμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψέμα ουδέτερο

  1. κάτι που λέγεται και δεν είναι αλήθεια, η συνειδητή απόκρυψη ή παραποίηση της αλήθειας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  1. κακά τα ψέματα: όταν δεν θεωρούμε αληθινή την αιτία μιας κατάστασης
    κακά τα ψέματα. Δεν έγινε δικηγόρος για να σώζει τους αδικημένους
  2. με τα ψέματα: χωρίς να το καταλάβουμε ή χωρίς επαρκή οικονομικά ή υλικά μέσα
    δεν μπορείς να ανοίξεις μαγαζί με τα ψέματα
  3. πες το ψέματα: δήλωση προς τον συνομιλητή μας ότι θεωρούμε πολύ πιθανά τα λεγόμενά του
  4. στα ψέματα: όχι σοβαρά
    της είπα στα ψέματα πως ήμουν με τη φίλη της και εκείνη παρεξηγήθηκε
  5. τελείωσαν ή τέρμα ή σώθηκαν τα ψέματα: όταν μία κατάσταση έχει φτάσει σε κρίσιμο σημείο και πρέπει να ενεργήσουμε
    τέρμα τα ψέματα. Από αύριο αρχίζω δίαιτα!
  6. το ψέμα έχει κοντά ποδάρια: δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ μία κατάσταση που στηρίζεται σε ψέμα
  7. αθώο ψέμμα : το χωρίς σοβαρές συνέπειες ψέμα
  8. τα κατά συνθήκη ψεύδη ή ψέματα: αυτά που λέγονται εν γνώσει μας ότι είναι ψέματα, για να μη θίξουμε ή προκαλέσουμε τον άλλον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]