ψήνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψήνομαι < παθητική φωνή του ψήνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

ψήνομαι, παρατ.: ψηνόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα ψηθώ, αόρ.: ψήθηκα , μτχ.π.π.: ψημένος

  1. για φαγητό που ετοιμάζεται στο φούρνο ή στα κάρβουνα
    το φαγητό ψήνεται στους 200 βαθμούς για δύο ώρες
  2. (μεταφορικά) με ζεσταίνει υπερβολικά κάτι
    οι οικοδόμοι ψήνονται κάτω από τον καυτό ήλιο
  3. (κατ’ επέκταση) έχω υπερβολικά μεγάλη θερμοκρασία σώματος
    ψήνομαι στον πυρετό
  4. σκέφτομαι να κάνω κάτι
    ψήνομαι ν' αγοράσω καινούριο υπολογιστή


32πχ Μεταφράσεις[]