ψήνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ψήνομαι < παθητική φωνή του ψήνω

[] Open book 01.svg Ρήμα

ψήνομαι, παρατ.: ψηνόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα ψηθώ, αόρ.: ψήθηκα , μτχ.π.π.: ψημένος

  1. για φαγητό που ετοιμάζεται στο φούρνο ή στα κάρβουνα
    το φαγητό ψήνεται στους 200 βαθμούς για δύο ώρες
  2. με ζεσταίνει υπερβολικά κάτι
    οι οικοδόμοι ψήνονται κάτω από τον καυτό ήλιο
  3. έχω υπερβολικά μεγάλη θερμοκρασία σώματος
    ψήνομαι στον πυρετό
  4. σκέφτομαι να κάνω κάτι
    ψήνομαι ν' αγοράσω καινούριο υπολογιστή


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες