ψήφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ψήφος | ψήφοι |
| γενική | ψήφου | ψήφων |
| αιτιατική | ψήφο | ψήφους |
| κλητική | ψήφε | ψήφοι |
[
]
Ετυμολογία
- ψήφος < αρχαία ελληνική ψῆφος < ψάω που σημαίνει τρίβω, κάνω κάτι λείο
[
]
Ουσιαστικό
ψήφος θηλυκό και αρσενικό