ψίθυρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψίθυρος ψίθυροι
γενική ψιθύρου ψιθύρων
αιτιατική ψίθυρο ψιθύρους
κλητική ψίθυρε ψίθυροι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ψίθυρος < αρχαία ελληνική ψίθυρος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈpsi.θi.ɾɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ψίθυρος αρσενικό

  1. ο μακρόσυρτος και ασαφής ήχος με χαμηλή ένταση, που παράγεται από χαμηλόφωνη ομιλία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μουρμουρητό, ψιθύρισμα
    όλη νύχτα ακούγονταν ψίθυροι από το διπλανό διαμέρισμα
  2. (γενικότερα) κάθε σιγανός, ήσυχος κι ευχάριστος ήχος
    ο ψίθυρος του ποταμού
  3. (μεταφορικά στον πληθυντικό) φήμη που κυκλοφορεί υπόγεια, από στόμα σε στόμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διάδοση, σπερμολογία

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ψίθυρος ψιθύρω ψίθυροι
Γενική ψιθύρου ψιθύροιν ψιθύρων
Δοτική ψιθύρ ψιθύροιν ψιθύροις
Αιτιατική ψίθυρον ψιθύρω ψιθύρους
Κλητική ψίθυρε ψιθύρω ψίθυροι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ψίθυρος < ψιθυρίζω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ψίθυρος αρσενικό

  1. ψιθυριστής

[] Open book 01.svg Επίθετο

ψίθυρος

  1. που διαβάλλει, συκοφαντικός
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες