ψίχα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ψίχα | ψίχες |
| γενική | ψίχας | ψιχών |
| αιτιατική | ψίχα | ψίχες |
| κλητική | ψίχα | ψίχες |
Ετυμολογία [
]
- ψίχα < αρχαία ελληνική ψίξ
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
ψίχα θηλυκό
- το μαλακό εσωτερικό μέρος του ψωμιού (σε αντίθεση με την κόρα)
- το μαλακό εσωτερικό του βλαστού ή του κορμού κάποιων φυτών
- η σάρκα που υπάρχει στην εσωτερική πλευρά της άκρης των δαχτύλων
- (συνεκδοχικά) το εσωτερικό διαφόρων καρπών (σε αντίθεση με τη φλούδα)
- (μεταφορικά) μια ελάχιστη ποσότητα από κάτι
- πληθυντικός τα ψίχουλα