ψίχα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψίχα ψίχες
γενική ψίχας ψιχών
αιτιατική ψίχα ψίχες
κλητική ψίχα ψίχες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ψίχα < αρχαία ελληνική ψίξ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈpsi.xa/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ψίχα θηλυκό

  1. το μαλακό εσωτερικό μέρος του ψωμιού (σε αντίθεση με την κόρα)
  2. το μαλακό εσωτερικό του βλαστού ή του κορμού κάποιων φυτών
  3. η σάρκα που υπάρχει στην εσωτερική πλευρά της άκρης των δαχτύλων
  4. (συνεκδοχικά) το εσωτερικό διαφόρων καρπών (σε αντίθεση με τη φλούδα)
  5. (μεταφορικά) μια ελάχιστη ποσότητα από κάτι
  6. πληθυντικός τα ψίχουλα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες