ψίχα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψίχα ψίχες
γενική ψίχας ψιχών
αιτιατική ψίχα ψίχες
κλητική ψίχα ψίχες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψίχα < αρχαία ελληνική ψίξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpsi.xa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψίχα θηλυκό

  1. το μαλακό εσωτερικό μέρος του ψωμιού (σε αντίθεση με την κόρα)
  2. το μαλακό εσωτερικό του βλαστού ή του κορμού κάποιων φυτών
  3. η σάρκα που υπάρχει στην εσωτερική πλευρά της άκρης των δαχτύλων
  4. (συνεκδοχικά) το εσωτερικό διαφόρων καρπών (σε αντίθεση με τη φλούδα)
  5. (μεταφορικά) μια ελάχιστη ποσότητα από κάτι
  6. πληθυντικός τα ψίχουλα

32πχ Μεταφράσεις[]