ψαροκόκαλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψαροκόκαλο < ψάρι και κόκαλο
Ύφανση ψαροκόκαλου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψαροκόκαλο

  1. το κόκαλο του ψαριού
  2. τεχνική ύφανσης που δημιουργεί εικόνα προσομοιάζουσα στο σκελετό του ψαριού και η οποία συνηθίζεται κυρίως σε μάλλινα νήματα για κοστούμια
  3. τρόπος κόμμωσης για πλεξούδα σε μακριά μαλλιά, το αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτά να παίρνουν το σχήμα της ραχοκοκαλιάς του ψαριού


32πχ Μεταφράσεις[]