ψαρόνι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ψαρόνι | ψαρόνια |
| γενική | ψαρονιού | ψαρονιών |
| αιτιατική | ψαρόνι | ψαρόνια |
| κλητική | ψαρόνι | ψαρόνια |
[
]
Ετυμολογία
- ψαρόνι < αρχαία ελληνική ψάρ
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /psa.ˈɾɔ.ni/
[
]
Ουσιαστικό
ψαρόνι ουδέτερο
- (ορνιθολογία) πουλί με μαύρο ιριδίζον φτέρωμα (στούρνος ο κοινός, Sturnus vulgaris)