ψείρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ψείρα | ψείρες |
| γενική | ψείρας | ψειρών |
| αιτιατική | ψείρα | ψείρες |
| κλητική | ψείρα | ψείρες |
[
]
Ετυμολογία
- ψείρα < ελληνιστική κοινή φθείρ, θηλυκό, στην αιτιατική φθεῖρα < αρχαία ελληνική φθείρ, αρσενικό
[
]
Ουσιαστικό
ψείρα θηλυκό
- άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων
- Πάλι τα παιδιά στο σχολείο γέμισαν ψείρες. Πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς.
- (στον πληθυντικό) τα πολύ μικρά γράμματα
- Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.
- (στον πληθυντικό) ανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα
- Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.