ψείρα

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ψείρα ψείρες
Γενική ψείρας
-
Αιτιατική ψείρα ψείρες
Κλητική ψείρα ψείρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Μια ψείρα.
ψείρα < ελνστ. φθείρ (αρχ. ο φθείρ), αιτ. φθεῖρα.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ψείρα

  • άπτερο ζωΰφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων: Πάλι τα παιδιά στο σχολείο γέμισαν ψείρες. Πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς.
  • πληθυντικός: ψείρες: 1. Κυρίως στον προφορικό λόγο, υποτιμητικό για τα πολύ μικρά γράμματα.

Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα. 2. ανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα: Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες