ψεύδομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψεύδομαι < αρχαία ελληνική ψεύδομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpsɛv.ðɔ.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

ψεύδομαι

λέω ψέματα, λέω κάτι σε αντίθεση με την αλήθεια, αποκρύπτω την αλήθεια, παραπλανώ

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

  • διαψεύδομαι (αποδεικνύεται ότι δεν έλεγα αλήθεια ή ότι κάτι δεν ήταν αληθινό ως γεγονός ή προσδοκία)

Κλίση[]

  • αρχαιόκλιτο (δείτε ψεύδω-ψεύδομαι) ή περιφραστικά (έλεγα ψέματα, είπα ψέματα κ.ο.κ.)
  • ενεστώτας: ψεύδομαι, ψεύδεσαι, ψεύδεται, ψευδόμεθα, ψεύδεστε, ψεύδονται)

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

ψεύδομαι

  1. μέση φωνή του ψεύδω

δείτε τη λέξη: ψεύδω