ψημένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ψημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψήνω
[
]
Μετοχή
ψημένος αρσενικό, ψημένη θηλυκό, ψημένο ουδέτερο
- → δείτε τη λέξη: ψήνομαι
- το φαγητό είναι ψημένο εδώ και ώρα
- γυναίκες ψημένες από τον ήλιο και τη σκληρή δουλειά
[
]
Μεταφράσεις
ψημένος