ψηφίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ρήμα [
]
ψηφίζω , στιγμ. μέλλ.: θα ψηφίσω, αόρ.: ψήφισα , παθ.φωνή: ψηφίζομαι , μτχ.π.π.: ψηφισμένος
- εκφράζω, μέσω της ψήφου μου, την προτίμησή μου για έναν υποψήφιο ή για μια ιδέα.
- δεν ξέρω ποιον να ψηφίσω.
- (μεταφορικά) συμφωνώ με μία πρόταση ή κάνω μία πρόταση
- Εγώ παιδιά ψηφίζω να παμε σινεμά
Σύνθετα [
]
[
]
Μεταφράσεις [
]
ψηφίζω
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
Ρήμα [
]
ψηφίζω
[
]
- ψῆφος
- ψήφισμα
- ψήφισις
- ψηφιστής
- ψηφισμός
- ψηφισμός (συνήθως σύνθετο: συμψηφισμός, ἐπιψηφισμός, διαψηφισμός
Σύνθετα [
]
- καταψηφίζομαι
- συμψηφίζω (υπολογίζω, λογαριάζω μαζί αλλά και -μεταγενέστερα- ψηφίζω με κάποιον άλλο)
- ἐπιψηφίζω (θέτω κάτι σε ψηφοφορία)
- ἀποψηφίζομαι (δίνω αρνητική ψήφο)
- διαψηφίζω, πιο σύνηθες μέσο: διαψηφίζομαι, (μέλλων διαψηφιοῦμαι) (αποφασίζω δια ψήφου)
- προσψηφίζομαι (ψηφιζω επισης)
Συνώνυμα [
]
- ψῆφον τίθημι και τίθεμαι
- φέρω την ψῆφον
- διαφέρω την ψῆφον
- ψήφισμα ποιοῦμαι
| Αρχικοί χρόνοι | Ενεργητική φωνή | Μέση-Παθητική φωνή |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψηφίζω | ψηφίζομαι |
| Παρατατικός | ἐψήφιζον | ἐψηφιζόμην |
| Μέλλοντας | ψηφιῶ | ψηφιοῦμαι/ψηφίσομαι/ψηφισθήσομαι |
| Αόριστος | ἐψήφισα | ἐψηφισάμην/ἐψηφίσθην |
| Παρακείμενος | ἐψήφικα | ἐψήφισμαι |
| Υπερσυντέλικος | ἐψηφίσμην/ἐψηφισμένος ἦν | |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | ἐψηφισμένος ἔσομαι |