ψηφίο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ψηφίο | ψηφία |
| γενική | ψηφίου | ψηφίων |
| αιτιατική | ψηφίο | ψηφία |
| κλητική | ψηφίο | ψηφία |
Ετυμολογία [
]
- ψηφίο < μεσαιωνική ελληνική ψηφίον < αρχαία ελληνική ψῆφος
Προφορά[
]
Ουσιαστικό [
]
ψηφίο ουδέτερο
- σύμβολο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα σύμβολα για την αναπαράσταση ενός αριθμού
- ο αριθμός 89,34 έχει τέσσερα ψηφία στο δεκαδικό σύστημα αναπαράστασης
- γράμμα του αλφαβήτου
- ψηφίδα