ψιλά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ψιλά < πληθυντικός ουδετέρου του επιθέτου ψιλός
Προφορά [
]
[
]
Ουσιαστικό [
]
ψιλά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό
- χρηματικό ποσό μικρής αξίας
- κέρματα
- τα ψιλά των εφημερίδων: ειδήσεις δευτερεύουσας σημασίας που τυπώνονται με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία
Μεταφράσεις [
]
Επίρρημα [
]
ψιλά
Μεταφράσεις [
]
ψιλά
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
ψιλά
- ψιλό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού