ψυγείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψυγείο ψυγεία
γενική ψυγείου ψυγείων
αιτιατική ψυγείο ψυγεία
κλητική ψυγείο ψυγεία

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ψυγείο < ψύχω (κρυώνω κάτι)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ψυγείο ουδέτερο

  1. συσκευή για την συντήρηση φαγητού μέσω ψύξης, συνήθως ηλεκτρική
    βάλε τη μακαρονάδα στο ψυγείο αν δεν τη θέλεις τώρα
  2. (μεταφορικά) η ψυχρή αντίδραση ή ατμόσφαιρα

[] Open book 01.svg Επίθετο

ψυγείο άκλιτο

  • θέμα ψυγείο: στη δημοσιογραφική ορολογία τα θέματα που γράφονται από τους συντάκτες αλλά μένουν αδημοσίευτα και φυλάσσονται για ώρα ανάγκης (όταν δεν θα υπάρχουν νεότερες ειδήσεις ή θέματα)
Γιατί μου παραγγέλνεις κι άλλο; Έχεις ήδη τρία θέματά μου ψυγείο

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες