ψυγείο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ψυγείο | ψυγεία |
| γενική | ψυγείου | ψυγείων |
| αιτιατική | ψυγείο | ψυγεία |
| κλητική | ψυγείο | ψυγεία |
[
]
Ετυμολογία
- ψυγείο < ψύχω (κρυώνω κάτι)
[
]
Ουσιαστικό
ψυγείο ουδέτερο
- συσκευή για την συντήρηση φαγητού μέσω ψύξης, συνήθως ηλεκτρική
- βάλε τη μακαρονάδα στο ψυγείο αν δεν τη θέλεις τώρα
- (μεταφορικά) η ψυχρή αντίδραση ή ατμόσφαιρα
[
]
Επίθετο
ψυγείο άκλιτο
- θέμα ψυγείο: στη δημοσιογραφική ορολογία τα θέματα που γράφονται από τους συντάκτες αλλά μένουν αδημοσίευτα και φυλάσσονται για ώρα ανάγκης (όταν δεν θα υπάρχουν νεότερες ειδήσεις ή θέματα)
- Γιατί μου παραγγέλνεις κι άλλο; Έχεις ήδη τρία θέματά μου ψυγείο
[
]
Μεταφράσεις
ψυγείο