ψυχωτικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ψυχωτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική psychotique
[
]
Επίθετο
ψυχωτικός, -ή, -ό και ψυχωσικός
[
]
Ουσιαστικό
ψυχωτικός αρσενικό