ψωνίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ψωνίζω < μεσαιωνική ελληνική ψωνίζω < ελληνιστική κοινή ὀψωνίζομαι (προμηθεύομαι) < αρχ. ελλην. ὄψον (τρόφιμο) + ὠνέομαι (αγοράζω και επορεύομαι)
[
]
Ρήμα
ψωνίζω
- αγοράζω, προμηθεύομαι
- (πορνεία) εκδίδομαι (παθητική φωνή)