ψόφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψόφος ψόφοι
γενική ψόφου ψόφων
αιτιατική ψόφο ψόφους
κλητική ψόφε ψόφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψόφος < αρχαία ελληνική ψόφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψόφος αρσενικό

  1. ο θάνατος
    κακό ψόφο να 'χει (βρισιά)
  2. το πολύ κρύο, το ψοφόκρυο
    έκανε ψόφο χτες το βράδυ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψόφος αρσενικό