ψύκτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ψήκτρα

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Ψύκτρα από αλουμίνιο με ανεμιστήρα πάνω από τον επεξεργαστή ηλεκτρονικού υπολογιστή. Δίπλα της διακρίνεται μία μικρότερη ψύκτρα, χωρίς ανεμιστήρα, πάνω από άλλο ολοκληρωμένο κύκλωμα της μητρικής.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψύκτρα ψύκτρες
γενική ψύκτρας ψυκτρών
αιτιατική ψύκτρα ψύκτρες
κλητική ψύκτρα ψύκτρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψύκτρα < ψύχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ψύκτρα θηλυκό

  1. συσκευή που φέρει μεταλλική ψυκτική επιφάνεια και συχνά ανεμιστήρα για την ψύξη ηλεκτρονικών εξαρτημάτων
    κάποιοι τύποι επεξεργαστών πωλούνται μαζί με την ψύκτρα τους

32πχ Μεταφράσεις []