ψύκτρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ψύκτρα | ψύκτρες |
| γενική | ψύκτρας | ψυκτρών |
| αιτιατική | ψύκτρα | ψύκτρες |
| κλητική | ψύκτρα | ψύκτρες |
Ετυμολογία [
]
- ψύκτρα < ψύχω
Ουσιαστικό [
]
ψύκτρα θηλυκό
- συσκευή που φέρει μεταλλική ψυκτική επιφάνεια και συχνά ανεμιστήρα για την ψύξη ηλεκτρονικών εξαρτημάτων
- κάποιοι τύποι επεξεργαστών πωλούνται μαζί με την ψύκτρα τους
Μεταφράσεις [
]
ψύκτρα