ωριαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ωριαίος ωριαία ωριαίο
γενική ωριαίου ωριαίας ωριαίου
αιτιατική ωριαίο ωριαία ωριαίο
κλητική ωριαίε ωριαία ωριαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωριαίοι ωριαίες ωριαία
γενική ωριαίων ωριαίων ωριαίων
αιτιατική ωριαίους ωριαίες ωριαία
κλητική ωριαίοι ωριαίες ωριαία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ωριαίος < ὡριαῖος στην καθαρεύουσα < ελληνιστική κοινή ὡριαῖος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔ.ɾi.ˈɛ.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.ɾi.ˈɛ.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɔ.ɾi.ˈɛ.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

ωριαίος, -α, -ο

  1. που έχει διάρκεια μίας ώρας
  2. που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα της μίας ώρας
    70 χλμ ωριαία ταχύτητα (δηλαδή 70 χλμ/ώρα)
  3. που επαναλαμβάνεται κάθε μία ώρα

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]