ωριμάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ωριμάζω < ελληνιστική κοινή ὡριμάζω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɔ.ɾi.ˈma.zɔ/
[
]
Ρήμα
ωριμάζω
- (αμετάβατο) (για φρούτο ή λαχανικό) αποκτώ την τελική μου μορφή (μέγεθος, χρώμα κλπ)
- τα μήλα στην αυλή μας ωριμάζουν τώρα, πάρε μερικά μαζί σου αν θες
- (αμετάβατο) (για άνθρωπο) αποκτώ τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες που μου επιτρέπουν να φέρομαι και να λειτουργώ ως ενήλικος στην κοινωνία
- αυτό το παιδί δεν λέει να ωριμάσει ποτέ, θυμώνει και βάζει τις φωνές με το παραμικρό
- (αμετάβατο) (για άνθρωπο ή ζώο) μεγαλώνω, γίνομαι ενήλικος
- οι γάτες ωριμάζουν μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο
- (αμετάβατο) (για συνθήκες, καταστάσεις κλπ) φτάνω σε κατάλληλο στάδιο ώστε να γίνει κάτι (συνήθως επιθυμητό)
- οι συνθήκες έχουν πια ωριμάσει για την εκλογή ενός μαύρου στην προεδρία των ΗΠΑ
- (μεταβατικό) κάνω κάποιον ή κάτι να ωριμάσει
- ο ήλιος ωριμάζει τα σταφύλια
[
]
Κλίση
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||