ωφελιμισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ωφελιμισμός |
|
| γενική | ωφελιμισμού |
|
| αιτιατική | ωφελιμισμό |
|
| κλητική | ωφελιμισμέ |
|
[
]
Ετυμολογία
- ωφελιμισμός < ωφελιμιστής
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɔ.fɛ.li.mi.ˈzmɔs/
[
]
Ουσιαστικό
ωφελιμισμός αρσενικό μόνο στον ενικό
- η στάση του ωφελιμιστή, η εξέταση κάθε πράγματος, κατάστασης, ανθρώπινης σχέσης αποκλειστικά ως προς το όφελος που μπορεί κάποιος να αποκομίσει
- σύστημα ηθικής κατά το οποίο καλό είναι ό,τι ωφελεί το άτομο ή την πλειονότητα των ανθρώπων, χρησιμοθηρία
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
ωφελιμισμός