ωφελώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ωφελώ < αρχαία ελληνική ὠφελέω

[] Open book 01.svg Ρήμα

ωφελώ, παρατ.: ωφελούσα, στιγμ. μέλλ.: θα ωφελήσω, αόρ.: ωφέλησα , παθ.φωνή: ωφελούμαι , μτχ.π.π.: ωφελημένος

  1. ενεργώ θετικά, προσφέρω κάποια ωφέλεια σε κάποιον ή κάτι, συμβάλλω στην ομαλή πρόοδο ή την εξάλειψη αρνητικών παραγόντων
    η έρευνα υποστηρίζει ότι η μεσογειακή διατροφή ωφελεί την υγεία
    διάβασε αυτό το βιβλίο, πιστεύω ότι θα σε ωφελήσει

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Plume ombre.png Κλίση


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες