όζος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όζος όζοι
γενική όζου όζων
αιτιατική όζο όζους
κλητική όζε όζοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

όζος < αρχαία ελληνική ὄζος (κλάδος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

όζος αρσενικό

  1. ρόζος
  2. (ιατρική) τοπική διόγκωση ή υπερπλασία οργάνου
    κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό οι όζοι του θυρεοειδούς είναι καλοήθεις


32πχ Μεταφράσεις[]