όλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική όλος όλη όλο
γενική όλου όλης όλου
αιτιατική όλο όλη όλο
κλητική όλε όλη όλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική όλοι όλες όλα
γενική όλων όλων όλων
αιτιατική όλους όλες όλα
κλητική όλοι όλες όλα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

όλος < αρχαία ελληνική ὅλος

[] Open book 01.svg Επίθετο

όλος, -η, -ο

  1. ένα πρόσωπο ή πράγμα στο σύνολό του, χωρίς να εξαιρείται κανένα τμήμα του
    όλο του το είναι ήταν δοσμένο στην επιστήμη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ολόκληρος
  2. (για να δοθεί έμφαση)
    είμαι όλος αφτιά (ακούω με πολύ μεγάλη προσοχή)
  3. (στον πληθυντικό) για μια ομάδα στοιχείων στο σύνολό της, χωρίς να εξαιρείται κανένα μέλος της
    όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε
    τέλειωσα για σήμερα όλες τις δουλειές μου
    • (χωρίς προσδιοριζόμενο ουσιαστικό)
      έφυγαν όλοι κι έμεινα μόνος μου
  4. (με επανάληψη) όλοι κι όλοι - όλες κι όλες -όλα κι όλα: συνολικά (για να δηλωθεί ένας αριθμός που θεωρείται σχετικά περιορισμένος)
    έχω πάνω μου όλα κι όλα πέντε ευρώ
    • (ως έκφραση) όλα κι όλα: για να δηλωθεί ότι κάποιος έφτασε στα όριά του και δεν μπορεί να ανεχτεί κάτι περισσότερο
      Α, όλα κι όλα, σε ανέχομαι τόση ώρα, αλλά όχι να με πεις και ψεύτη!

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

  • δείτε τη λέξη: ολο-

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες