όπλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όπλο όπλα
γενική όπλου όπλων
αιτιατική όπλο όπλα
κλητική όπλο όπλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όπλο < αρχαίο ὅπλον, εργαλείο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όπλο ουδέτερο

  1. καθετί που χρησιμεύει για την άμυνα ή την επίθεση
  2. ο στρατός
  3. στρατιωτικό μάχιμο σώμα
  4. εφόδιο για επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

για την τιμή των όπλων, δηλαδή για την αξιοπρέπεια, για την καλή υπόληψη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

και


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]