όραση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όραση οράσεις
γενική όρασης
& οράσεως
οράσεων
αιτιατική όραση οράσεις
κλητική όραση οράσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

όραση < ὁράω-ὁρῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɔ.ɾa.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

όραση θηλυκό

  1. μία από τις πέντε αισθήσεις· η ικανότητα ενός οργανισμού να προσλαμβάνει με τα μάτια οπτικά ερεθίσματα και να σχηματίζει οπτικές αναπαραστάσεις της εξωτερικής πραγματικότητας.

32πχ Μεταφράσεις[]