όργανο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όργανο | όργανα |
| Γενική | οργάνου | οργάνων |
| Αιτιατική | όργανο | όργανα |
| Κλητική | όργανο | όργανα |
Ετυμολογία
όργανο < αρχαία ελληνική ὄργανον
Ουσιαστικό
όργανο ουδέτερο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Συγγενικές λέξεις
- οργανάκι
- οργανέτο
- οργανίδιο
- οργανικά
- οργανικισμός
- οργανικός
- οργανισμός
- οργανίστας
- οργανιστής
- οργανωμένος
- οργανώνω
- οργάνωση
- οργανώσιμος
- οργανωτής - οργανώτρια
- οργανωτικός
Σύνθετα
- οργανογένεια, οργανογένεση, οργανογενετικός, οργανογενής, οργανογόνος
- οργανόγραμμα
- οργανογραφία, οργανογραφικός
- οργανοειδής
- οργανοθεραπεία
- οργανοληπτικός
- οργανολογία, οργανολογικός
- οργανομεταλλικός
- οργανοπαίχτης
- οργανοποιείο, οργανοποιία, οργανοποιός
- οργανοταξία
Μεταφράσεις
|