όργανο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όργανο όργανα
γενική οργάνου οργάνων
αιτιατική όργανο όργανα
κλητική όργανο όργανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

όργανο < αρχαία ελληνική ὄργανον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

όργανο ουδέτερο

  1. αυτό που χρησιμεύει στην εκτέλεση μιας εργασίας
  2. (βιολογία) σύνολο ιστών που αποτελούν οργανική ενότητα και επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία σε έναν ζωντανό οργανισμό
    το μάτι είναι το όργανο της όρασης'
    η σφαίρα ευτυχώςδεν έπληξε κανένα ζωτικό όργανο του θύματος
  3. (μουσική) αντικείμενο που με τον κατάλληλο χειρισμό μπορεί να παραγάγει μουσικούς φθόγγους
    ξέρει να παίζει πιάνο, αλλά και κιθάρα και άλλα έγχορδα όργανα
  4. το εκκλησιαστικό όργανο
  5. έντυπο που εκδίδεται από ένα κόμμα και εκφράζει τις πολιτικές του απόψεις
    ο "Ριζοσπάστης" είναι όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ
  6. άνθρωπος που δρα κατόπιν εντολών χωρίς δική του πρωτοβουλία
  7. το αστυνομικό όργανο, ένας αστυνομικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]