όρεξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | όρεξη | ορέξεις |
| γενική | όρεξης | ορέξεων |
| ορέξεως | ||
| αιτιατική | όρεξη | ορέξεις |
| κλητική | όρεξη | ορέξεις |
[
]
Ετυμολογία
- όρεξη < αρχαία ελληνική ὄρεξις
[
]
Ουσιαστικό
όρεξη
- η επιθυμία για φαγητό
- η επιθυμία να κάνει κάτι ή να ασχοληθεί με κάτι κανείς
- έχει όρεξη για διάβασμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
[
] Εκφράσεις
- τρώγοντας έρχεται η όρεξη: ακόμα κι αν δεν σου αρέσει κάτι θα αρχίσει να σου αρέσει όταν ασχοληθείς μαζί του
- περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, περί ορέξεως ουδείς λόγος: στα θέματα γούστου δεν υπάρχουν κανόνες και πρότυπα