όσφρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όσφρηση οσφρήσεις
γενική όσφρησης
& οσφρήσεως
οσφρήσεων
αιτιατική όσφρηση οσφρήσεις
κλητική όσφρηση οσφρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

όσφρηση < αρχαία ελληνική ὄσφρησις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɔ.sfɾi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

όσφρηση θηλυκό

  1. αίσθηση χάρη στην οποία ο άνθρωπος και τα ζώα αντιλαμβάνονται τις οσμές

32πχ Μεταφράσεις[]