ότι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ότι < αρχαία ελληνική ὅτι
[
]
Σύνδεσμος
ότι
- (ειδικός) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του
- (χρονικός) μόλις
- ότι είχα μπει μέσα στο σπίτι και χτύπησε το τηλέφωνο
- (αιτιολογικός, σπάνιο) διότι
- χαίρομαι ότι δικαιώθηκαν οι προβλέψεις μου