ύπαρξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
από την αρχαία λέξη ὕπαρξις
Ουσιαστικό
ύπαρξη θηλυκό
- το γεγονός του υπάρχω
- η ύπαρξη ζωής σε άλλον πλανήτη
- η ανθρώπινη ζωή, η υπόσταση
- τα μυστήρια της ύπαρξης
- κάθε ζωντανό ον και κυρίως ο άνθρωπος
- δυο νεαρές υπάρξεις