ύπνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὕπνος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύπνος ύπνοι
γενική ύπνου ύπνων
αιτιατική ύπνο ύπνους
κλητική ύπνε ύπνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ύπνος < αρχαία ελληνική ὕπνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈi.pnɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ύπνος αρσενικό

  1. η περιοδική κατάσταση κατά την οποία οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού ενός ανθρώπου ή ζώου επιβραδύνονται και το πνεύμα έχει μειωμένη συνείδηση του εαυτού του και μειωμένη επαφή με το περιβάλλον

32πχ Μεταφράσεις[]