ύπνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὕπνος

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύπνος ύπνοι
γενική ύπνου ύπνων
αιτιατική ύπνο ύπνους
κλητική ύπνε ύπνοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ύπνος < αρχαία ελληνική ὕπνος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈi.pnɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ύπνος αρσενικό

  1. η περιοδική κατάσταση κατά την οποία οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού ενός ανθρώπου ή ζώου επιβραδύνονται και το πνεύμα έχει μειωμένη συνείδηση του εαυτού του και μειωμένη επαφή με το περιβάλλον

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες