ύστατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὕστατος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ύστατος ύστατη ύστατο
γενική ύστατου ύστατης ύστατου
αιτιατική ύστατο ύστατη ύστατο
κλητική ύστατε ύστατη ύστατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ύστατοι ύστατες ύστατα
γενική ύστατων ύστατων ύστατων
αιτιατική ύστατους ύστατες ύστατα
κλητική ύστατοι ύστατες ύστατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ύστατος < αρχαία ελληνική ὕστατος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ύστατος, -η, -ο

  1. τελευταίος, οριστικός
  2. που συμβαίνει λίγο πριν ή μετά το θάνατο



32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]