ύφεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύφεση υφέσεις
γενική ύφεσης
& υφέσεως
υφέσεων
αιτιατική ύφεση υφέσεις
κλητική ύφεση υφέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ύφεση < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈi.fɛ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ύφεση θηλυκό

  1. (ιατρική) η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της
  2. (διεθνής πολιτική) η μείωση της έντασης ανάμεσα στα έθνη, η μείωση των εξοπλισμών
  3. (οικονομία) η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
  4. (μουσική) (\flat) μία αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: δίεση

32πχ Μεταφράσεις[]