ύφεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ύφεση | υφέσεις |
| γενική | ύφεσης | υφέσεων |
| υφέσεως | ||
| αιτιατική | ύφεση | υφέσεις |
| κλητική | ύφεση | υφέσεις |
[
]
Ετυμολογία
- ύφεση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ύφεση θηλυκό
- (ιατρική) η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η [υποχώρηση]] των συμπτωμάτων της
- (οικονομία) η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
- (μουσική) (
) μία αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω
- διπλή ύφεση (
) - η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά έναν τόνο προς τα κάτω
- διπλή ύφεση (
[
]
Μεταφράσεις
ύφεση στην οικονομία
ύφεση στη μουσική
διπλή ύφεση στη μουσική
) μία
) - η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά έναν