ύφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὕφος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ύφος < αρχαία ελληνική ὕφος
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύφος ύφη
γενική ύφους υφών
αιτιατική ύφος ύφη
κλητική ύφος ύφη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ύφος ουδέτερο

  1. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάποιος χειρίζεται τη γλώσσα, επιλέγει τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει, προτιμά ή αποφεύγει συγκεκριμένα είδη προτάσεων και σχημάτων λόγου, προκειμένου το κείμενό του να επιτύχει τους συγκεκριμένους επικοινωνιακούς στόχους του συγγραφέα του
    ύφος απλό ή υψηλό ή γλαφυρό
  2. ο τόνος της φωνής και η έκφραση του προσώπου που συνοδεύουν την εκφώνηση λόγου και της προσδίδουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα
    μου απάντησε με πολύ αυστηρό ύφος
  3. (ειδικότερα) το υπεροπτικό ή σπουδαιοφανές στοιχείο στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου
    Δε μ' αρέσει αυτός ο άνθρωπος. Έχει πολύ ύφος

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]