ύψος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ύψος | ύψη |
| Γενική | ύψους | υψών |
| Αιτιατική | ύψος | ύψη |
| Κλητική | ύψος | ύψη |
Ετυμολογία
- ύψος < αρχαία ελληνική ὕψος
Προφορά
Ουσιαστικό
ύψος ουδέτερο
- η απόσταση από τη βάση ενός πράγματος έως την κορυφή του
- το μήκος του ανθρώπινου σώματος
- (γεωμετρία) η κάθετη απόσταση που ενώνει τη βάση και την κορυφή ενός σχήματος ή τις παράλληλες βάσεις ενός σχήματος ή στερεού
- (συνεκδοχικά) το ευθύγραμμο τμήμα που προσδιορίζει την παραπάνω απόσταση
- το ανώτερο σημείο που μπορεί να φτάσει κάποιος ή κάτι
- (μεταφορικά) τη πνευματική και ηθική ανωτερότητα
Εκφράσεις
- ή του ύψους ή του βάθους : για κάτι που παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις
- στα ύψη : σε πάρα πολύ ψηλό σημείο // σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό
- στέκομαι στο ύψος μου : ανταποκρίνομαι σε ό,τι πρέπει να κάνω // διατηρώ την αξιοπρέπεια μου