ώμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ώμος | ώμοι |
| γενική | ώμου | ώμων |
| αιτιατική | ώμο | ώμους |
| κλητική | ώμε | ώμοι |
[
]
Ετυμολογία
- ώμος < μσν. νῶμος (από τη σύνδεση άρθρου και λέξης, δηλαδή τονώμο= νῶμο < αρχαία ελληνική ὦμος < πιθανόν *Fμος από πρωτοινδοευρωπαϊκή λέξη *homhsos
[
]
Ουσιαστικό
ώμος αρσενικό
- το τμήμα του σώματος από τον αυχένα μέχρι το βραχίονα
- η άρθρωση του βραχίονα προς το οστό της ωμοπλάτης
- το τμήμα του ρούχου που εφάπτεται σε αυτήν την περιοχή του σώματος
- το πουκάμισο θέλει σιδέρωμα στον ώμο
[
] Εκφράσεις
-
- Μου βγήκε ο ώμος από το κουβάλημα
- Ανασήκωσε τους ώμους (εννοείται, αδιάφορα)
- επ' ώμου (στρατιωτικό παράγγελμα για τοποθέτηση όπλου στον ώμο)