ώριμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ώριμος < αρχαία ελληνική ὥριμος < ὥρα (εποχή)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ώριμος

  1. για καρπό που μπορεί πια να καταναλωθεί· ο γινωμένος
  2. για άτομο που ενεργεί με ωριμότητα, δηλαδή έχει συγκροτημένη προσωπικότητα και ισορροπημένη συμπεριφορά
  3. για τον ο πλήρως ανεπτυγμένο άνθρωπο που προσφέρεται για κάτι, αλλά και την κατάσταση ή ενέργεια που πληρεί τις προϋποθέσεις για ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, π.χ.
    ο ώριμος, μεστός λόγος του, έπεισε το ακροατήριο
    ήταν πια ώριμες οι συνθήκες για την αλλαγή
    ήταν αρκετά ώριμη για να γίνει μητέρα
  4. για τον ενήλικα, αλλά συνήθως το άτομο που πλησιάζει ή ήδη ανήκει στη μέση ηλικία π.χ.
    ήρθε μια κυρία ώριμης ηλικίας


Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

ανώριμος
άωρος
άγουρος
άμεστος
αγίνωτος
παιδιάστικος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]